Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

¨Μα πώς πεθαίνετε έτσι;¨

Κορούλες μου για σας. Είμαι ο Αριστος ο πατέρας σας . Ναι εγώ που έφυγα από κοντά σας στις 14 Σεπτέμβρη του 1970. Σε ευχαριστώ Παναγιώτα μου που έμεινες ως την τελευταία στιγμή μου δίπλα μου. Αλλά και σένα Ελπίδα μου που ετοίμαζες τα φιλέματα εκείνη την ώρα στους ακάλεστους φίλους μου που είχαν έλθει τις τελευταίες στιγμές μου για να με αποχαιρετήσουν . Μπράβο σας υπέροχο τραπέζι τους στρώσατε.

Όλοι σας ήσασταν υπέροχοι αλλά και εγώ ωραία δεν έφυγα;
Εκείνη τη μέρα είχα πάρει την απόφασή μου. Ήθελα να φύγω πια. Είχα περάσει τα εκατό . Ναι δεν είχα δυνάμεις για να ανέβω στο άλογο γι αυτό φώναξα το πρωί το Νίκο της Μαριγώς να με σπρώξει και να ανέβω στον Νταή μου, έτσι ανέβηκα όπως μάθατε αργότερα. Έκανα μια μεγάλη βόλτα στο περιβόλι, στο κορδελά και στα άλλα χωράφια μας. Ήθελα να κάνω και δουλειές, αλλά δεν ήταν εκεί γύρω κανείς και φοβόμουν ότι δε θα μπορέσω να ξανανέβω στο άλογο ,αυτός ήταν και ο λόγος που δεν κατέβηκα.

Όταν γύρισα στο σπίτι μας , το θυμάμαι τάισα τον Νταή μου και ανέβηκα σιγά–σιγά απάνω. Πάντα με περίμενε υπομονετικά η μάνα σας. Έφαγα λίγο , ήπια και μια κούπα κρασί ,από αυτό που ήπιατε σχεδόν όλο την ημέρα της κηδείας μου, και ξάπλωσα περιμένοντας.
Θα ήταν αυτή η τελευταία νύχτα μου. Πώς να σας το πω Παναγιώτα και Ελπίδα μου δεν ήθελα άλλο, ήμουν αποφασισμένος . Θα έφευγα..

Στα 40 χρόνια που πέρασαν από τότε αλλάξατε γύρω σας τα πάντα ,τους κήπους, τα λουλούδια, το νερό, τον αέρα που αναπνέετε , αλλάξατε αλλάξατε, αλλάξατε …αλήθεια ψάχνω να βρω τι δεν αλλάξατε αλλά κυρίως σακατέψατε τη σκέψη σας.
Εκείνος ο Γιώργος ο μικρότερος γιός μου που έφυγε πρώτος, δίπλα σε κείνη τη Βουλγάρα ξεψύχησε. Ο αφιλότιμος τάκανε πάνω του ενώ τον τάιζε με καλαμάκι, ακόμα και να φάει είχε ξεχάσει. Τον κουβαλούσατε στα νοσοκομεία κάθε τόσο για να κάνουν πάνω του πειράματα.

Ο Μάριος μου έφυγε και αυτός με κείνους τους φρικτούς πόνους του καρκίνου σας , τρομάρα σας όλους θα σας θερίσει. Αλλά και αυτόν δεν τον αφήσατε να πεθάνει ήσυχος, ανοίγατε και κλείνατε το κορμί του λες και ήταν το φερμουάρ του παντελονιού σας… Ρουμάνα ήταν καλέ εκείνη που του έκλυσε τα μάτια.
 Έτσι μείνατε εσύ Παναγιώτα μου, Ελπίδα μου και ο Άντώνης. Για τον Άντώνη δε λέω κουβέντα γιατί μιλώ συχνά τις νύχτες μαζί του. Του δίνω οδηγίες μπας και καταφέρει να φύγει αυτός με αξιοπρέπεια.

Βλέπω παιδιά μου να βασανίζεστε. Αλλά όπως τη κάνατε τελικά τη ζωή σας ούτε να πεθάνετε ήσυχοι δεν μπορείτε……..